ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ  ΣΑΒΒΑΤΟΥ




Ψυχαναλυτικές αντιπαραθέσεις. Η σχέση ψυχανάλυσης και σχιζοφρένειας. Richard Lucas UK Robert Michels USA


Εισαγωγή

Σε ένα πρόσφατο άρθρο με τίτλο «Ψυχανάλυση και σχιζοφρένεια:μια αμφιλεγόμενη ιστορία» (2001) ο Willick αναφέρει την ιστορία της ψυχανάλυσης και της σχιζοφρένειας σαν ένα παράδειγμα ψυχαναλυτικών θεωριών που δεν άντεξαν στον χρόνο.

Οι αναλυτές έχουν επιβάλλει τις θεωρητικές τους απόψεις σχετικά με την αιτιολογία και αποδίδουν την σχιζοφρένεια περισσότερο σε πρώιμο τραύμα από μια συναισθηματικά αδιάφορη μητέρα, παρά σε μια υποκείμενη βιολογική αιτία. Έτσι δεν είναι παράξενο που τα αποτελέσματα από το Chestnut Lodge, όπου χρησιμοποιήθηκε μια καθαρά ψυχαναλυτική προσέγγιση για την σχιζοφρένεια, δεν ήταν ευνοϊκά, αντίθετα με εκείνα με μεθοριακές καταστάσεις (McGlashan 1984).

Ανασκοπώντας τους Βρετανούς θεωρητικούς των αντικειμενότροπων σχέσεων, εκτός του Rosenfeld, o Willick αναφέρει ότι δεν μπόρεσε να βρει ούτε μια περίπτωση σχιζοφρένειας επαρκώς τεκμηριωμένη στο έργο των Klein, Winnicott, Fairbairn, Guntrip και Bion. Χωρίς κλινική τεκμηρίωση έχουν βάλει μαζί την σχιζοφρένεια, τις σχιζοειδικές και άλλες σοβαρές διαταραχές προσωπικότητας σαν παραδείγματα ανεπαρκούς επίλυσης της παρανοϊκής- σχιζοειδικής θέσης.

Στην πραγματικότητα όμως ο Bion έβλεπε ασθενείς με σχιζοφρένεια αναλυτικά και από την κλινική του εμπειρία ανέπτυξε έναν εντελώς καινούργιο τρόπο προσέγγισης της σχιζοφρένειας, όπως θα δείξω σε ένα κλινικό παράδειγμα παρακάτω.

Ο Willick δεν εκφέρει άποψη σχετικά με το που βρίσκεται η ανάλυση σε σχέση με την σχιζοφρένεια, εάν υπάρχει μια βιολογική βάση. Υπάρχει κάτι χρήσιμο που μπορεί ακόμη να συνεισφέρει η ψυχανάλυση;

Μια ανασκόπηση της αναλυτικής άποψης για την σχιζοφρένεια είναι εδώ και καιρό απαραίτητη και έχει σοβαρές συνέπειες όσον αφορά την συμβολή της ψυχανάλυσης στον τομέα της γενικής ψυχιατρικής (Freeman 1988, Jackson & Williams 1994).

Θα μπορούσε να γίνει ένας κατάλογος με θέματα που αξίζουν συζήτηση όπως π.χ. το ζήτημα της αποδοχής ή όχι του ενστίκτου του θανάτου (Black 2001, Lucas 2002) και η ύπαρξη ή όχι της μεταβίβασης στην ψύχωση και οι συνέπειες στην αναλυτική τεχνική (Rosenfeld 1969). Ακόμη, υπάρχει διάκριση μεταξύ μεθοριακών καταστάσεων και σχιζοφρένειας σχετικά με την ψυχοπαθολογία και την πρόγνωση (Rey 1994);

Όμως το μεγαλύτερο ζήτημα που τίθεται κατά την προσέγγιση της σχιζοφρένειας είναι η φιλοδοξία για θεραπεία. Σε τελική ανάλυση η ψυχανάλυση είναι «η θεραπεία της συζήτησης».

Η πρόσφατη έρευνα εστιάζεται στην προσπάθεια αποτροπής της ανάπτυξης της σχιζοφρένειας με δραστική θεραπεία της πρωτοεμφανιζόμενης ψύχωσης. Έχουν δημοσιευθεί αισιόδοξες αναφορές σχετικά με έναν συνδυασμό γνωστικής-συμπεριφορικής θεραπείας, οικογενειακής θεραπείας και μίας αναλυτικά βασισμένης προσέγγισης (McGorry 2000, Jackson 2001). Ο χρόνος θα δείξει αν αυτή η αισιοδοξία είναι τεκμηριωμένη.

Πολλοί αναλυτές έχουν την άποψη ότι έτσι και εγκατασταθεί η σχιζοφρένεια δεν υπάρχει ελπίδα. Αυτές είναι οι περιπτώσεις που δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε, περιπτώσεις που ανθίστανται στις θεραπευτικές προσπάθειες, περιπτώσεις με επαναλαμβανόμενα επεισόδια διαταραγμένης συμπεριφοράς και περιπτώσεις που χρήζουν μακροχρόνιας φροντίδας.

Με αναλυτικούς όρους, αυτές οι περιπτώσεις δεν είναι υποψήφιες για θεραπεία, ιδίως αν αποδειχθεί ότι υπάρχει οργανικό και όχι ψυχολογικό υπόβαθρο.

Παρά ταύτα υπάρχει ένα παράδοξο. Μιλώντας από την θέση ενός ενεργού ψυχαναλυτή που εργάζεται όμως και στον τομέα της γενικής ψυχιατρικής σε μια δραστήρια, κοινωνικά υποβαθμισμένη περιοχή του νότιου Λονδίνου, διαπίστωσα ότι μόνο η εφαρμοσμένη ψυχαναλυτική θεωρία και τεχνική παρέχουν τα εργαλεία για την κατανόηση και την ουσιαστική συζήτηση με αυτούς τους ασθενείς σχετικά με την λειτουργία του νου τους και των συναισθηματικών τους εμπειριών. Η ψυχαναλυτική σκέψη παρέχει το πλαίσιο που βοηθάει το άτομο, τους συγγενείς του και το προσωπικό να βγάλουν νόημα και να ζήσουν με την κατάσταση της σχιζοφρένειας.

Η ψυχανάλυση χρειάζεται να ξανασκεφθεί τον δρόμο της σε σχέση με την σχιζοφρένεια. Κάποτε υπήρξε πολύ ενδιαφέρον στην αναλυτική προσέγγιση και στις Η.Π.Α. και στο Η.Β. σχετικά με την αναδυόμενη Κλαϊνική θεωρία. Όταν η αρχική αισιοδοξία δεν συνοδεύτηκε από αποτελέσματα, ο ενθουσιασμός υποχώρησε και οι ειδικού ενδιαφέροντος μονάδες των νοσοκομείων Shenley και Maudsley στο Η.Β. έκλεισαν πριν το Chestnut Lodge.

Η ψυχανάλυση μπορεί να ειδωθεί με τρεις τρόπους. Καταρχήν είναι μια συγκεντρωμένη γνώση γύρω από την λειτουργία του νου, με ιδιαίτερη εστίαση στις ασυνείδητες καταβολές των συναισθηματικών ορμών. Δεύτερον, είναι μια μέθοδος θεραπείας των διανοητικών διαταραχών με την χρήση της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης. Τρίτον, είναι ένα εργαλείο έρευνας, μέσα από την ανάλυση εξατομικευμένων περιπτώσεων 4-5 φορές την εβδομάδα. Λεπτομερείς μελέτες περιπτώσεων διαταραγμένων ασθενών συνεχίζουν να συνεισφέρουν στην γνώση της λειτουργίας του νου στην ψύχωση (Sohn 1997, Lucas 1998). Εδώ όμως αναφέρομαι σε μια μη επαρκώς αξιολογημένη περιοχή:την σημασία της εφαρμογής της αναλυτικής επίγνωσης όταν σκεφτόμαστε για προβλήματα και όταν μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας με το προσωπικό, τους ασθενείς και τους συγγενείς τους στην καθημερινή ψυχιατρική πρακτική.

Υπάρχει ένα νευρωνικό δίκτυο, μια βιοχημική οδός και ένα ψυχολογικό επίπεδο κάτω από την έκφραση των συναισθηματικών ορμών (Rey 1994). Η προσέγγιση των προβλημάτων σε ένα επίπεδο δεν αποκλείει την ταυτόχρονη προσέγγιση σε ένα άλλο επίπεδο. Με άλλα λόγια, η χορήγηση φαρμάκων και η συζήτηση με τους ψυχωσικούς ασθενείς δεν αλληλοαποκλείονται, εφόσον έχει διευκρινισθεί ο λόγος για την συγκεκριμένη δράση και εφόσον μπορεί να εξηγηθεί ο λόγος στον ασθενή. Σε όλους τους ασθενείς που παρουσιάζονται παρακάτω είχε χορηγηθεί αντιψυχωσική αγωγή με σκοπό να ηρεμήσουν. Παρά ταύτα, αυτό δεν εμποδίζει την αναλυτική κατανόηση της συμπεριφοράς του ασθενούς, που σε κάθε περίπτωση είναι κρίσιμης σημασίας για τον χειρισμό του ασθενούς.

Έχει φτάσει ο καιρός για μια αναζωογόνηση της αναλυτικής προσέγγισης στην σχιζοφρένεια, με ρεαλιστική εφαρμογή μέσα σε ένα σχετικό πλαίσιο π.χ. στην γενική ψυχιατρική. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να αναπτυχθεί ένα στέρεο και συνεπές πλαίσιο. Θα τελειώσω αυτό το άρθρο σκιαγραφώντας κάποιες απόψεις αυτού του πλαισίου που ανέπτυξα δουλεύοντας πάνω από 25 χρόνια σε αυτήν την περιοχή.

Ανάπτυξη ενός πλαισίου

Η βασική φιλοσοφία

Όταν μεγαλώνουμε, όλοι μας έχουμε να ζήσουμε με τους εαυτούς μας και την ψυχοπαθολογία μας και να «κάνουμε ότι καλύτερο» στην ζωή. Κάποιοι χρειάζεται να ζήσουν με περισσότερο σοβαρή ψυχοπαθολογία που μπορεί κατά καιρούς να κυριαρχεί πλήρως, επηρεάζοντας δυσμενώς το άτομο και την οικογένειά του. Μαθαίνοντας για αυτές τις εμπειρίες καθώς και τρόπους αντιμετώπισής τους μπορεί να είναι μια διαδικασία ζωής.

Ένας ασθενής κατά την εισαγωγή του είπε θυμωμένα, «είμαι ο μεγάλος αδελφός του Θεού». Απάντησα ότι πρέπει μάλλον να έχει μπουχτίσει που ο μικρότερος αδελφός του παίρνει όλη την δημοσιότητα! Ο ασθενής σταμάτησε, χαμογέλασε και από εκείνη την στιγμή αναπτύχθηκε μεταξύ μας μια αμοιβαία συμπάθεια. Προηγουμένως είχε πάρει το αυτοκίνητο του αδελφού του και το είχε ρίξει πάνω σε ένα τοίχο, χωρίς ευτυχώς σοβαρό τραυματισμό. Νόμιζε ότι είναι παντοδύναμος ; ότι εκείνη την στιγμή μπορούσε να κάνει οτιδήποτε. Η θέση μου είναι ότι χρειάζεται η σχέση μας με τους ασθενείς να αποκτήσει νόημα έτσι ώστε να ξεκινήσει μια συνεχής εμπειρία ζωής, ακόμη και αν κατά διαστήματα αυτή η σχέση μπορεί να επιβαρύνεται παροδικά από την ψύχωση, όπως ένα παλιρροϊκό κύμα. Ο Bion αναφέρθηκε σε αυτό σαν την ατέρμονη σύγκρουση ανάμεσα στο ένστικτο της ζωής και του θανάτου στην σχιζοφρένεια (1957).

Συντονισμός στο ψυχωσικό μήκος κύματος

Ο Bion δημιούργησε ένα πλέγμα και μας πρότεινε να το χρησιμοποιούμε, κάθε φορά που έχουμε να κάνουμε με έναν ασθενή με μια μείζονα ψυχιατρική διαταραχή, για το αν προσλαμβάνουμε μια επικοινωνία από ένα μη ψυχωσικό κομμάτι ή από ένα συγκαλυμμένο ψυχωσικό κομμάτι (Bion 1957). Άλλωστε, τα συχνότερα συμπτώματα της σχιζοφρένειας δεν είναι οι ακουστικές ψευδαισθήσεις ή οι παρανοϊκές παραληρητικές ιδέες, που υπάρχουν στο 60% των περιπτώσεων, αλλά η άρνηση και η εκλογίκευση, που υπάρχουν σε πάνω από 95% των περιπτώσεων (Lucas 1993). Τα παρακάτω είναι καθημερινά παραδείγματα.

Ένας ασθενής εισήχθη, αφού τα είχε σπάσει σπίτι του, ευρισκόμενος σε ψυχωσική κατάσταση. Όταν τον είδα την άλλη μέρα, ήταν σχετικά ήρεμος. Αρνιόταν την ύπαρξη οποιοδήποτε διανοητικού προβλήματος. Το μοναδικό του πρόβλημα ήταν ότι δεν ήξερε εάν εγώ ήμουν ο Dr Lucas ή κάποιος απατεώνας. Σκεφτόταν να τηλεφωνήσει στην αστυνομία για αυτό. Πρόβαλλε την επίγνωση της διαταραχής του σε εμένα, έτσι ήμουν εγώ ο απατεώνας και όχι αυτός, σαν να μην ήταν αυτός που τα έσπασε στο διαμέρισμά του το προηγούμενο βράδυ.

Μία σοβαρότερη περίπτωση ήταν ένας άνδρας, σε κατάσταση ψυχωσικής υποτροπής, που έριξε λευκαντικό στο πρόσωπο μιας άγνωστης νεαρής γυναίκας. Ήθελε να προβάλλει τα προβλήματά του πάνω σε αυτήν και να την σημαδέψει. Η μητέρα του είχε επικοινωνήσει με τους επαγγελματίες, καθώς ανησυχούσε ότι υποτροπίαζε. Παρά ταύτα, αν και τον είχε δει κοινωνικός λειτουργός την προηγούμενη ημέρα από το συμβάν, είχε καταφέρει να τον πείσει ότι ήταν εντάξει και ότι το πρόβλημα ήταν η μητέρα του.

Η παραπάνω περίπτωση δείχνει ότι η ικανότητα αναγνώρισης της άρνησης και της εκλογίκευσης είναι βασικής σημασίας στην αξιολόγηση της επικινδυνότητας.

Διάκριση της ψυχωσικής από την μη ψυχωσική προσωπικότητα

Αντιμετωπίζοντας ασθενείς με σχιζοφρένεια, όπως έδειξε ο Bion, χρειάζεται πάντα να σκεφτόμαστε στη βάση δυο ξεχωριστών κομματιών, του ψυχωσικού και του μη ψυχωσικού, όχι ενός ατόμου (Bion 1957, Lucas 1992). Το ψυχωσικό κομμάτι δεν αντέχει την ματαίωση και επιτίθεται στην σκέψη που είναι αποτέλεσμα της δουλειάς του μη ψυχωσικού κομματιού. Η παρακάτω περίπτωση επεξηγεί τα παραπάνω.

Μια νεαρή γυναίκα εισήχθη στο νοσοκομείο μας σε κατάσταση διαταραγμένης σκέψης. Κατά την παραμονή της, για μήνες αρνιόταν ότι είχε το οποιοδήποτε πρόβλημα. Ένα Σαββατοκύριακο πήγε σπίτι της να δει την μητέρα της και πήδηξε από το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς της, με αποτέλεσμα να σπάσει το πόδι της. Ενώ βρισκόταν ακόμη στην ορθοπεδική κλινική, ήρθε να με βρει στο τμήμα εξωτερικών ασθενών. Βρισκόταν σε κατάσταση τρόμου και μου ζήτησε να επανεισαχθεί στο ψυχιατρικό νοσοκομείο, μόλις θα έπαιρνε εξιτήριο.

Μόλις γύρισε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο, επανέκαμψε η άρνηση των προβλημάτων. Η θεραπεία με αντιψυχωσική αγωγή δεν είχε καμία επίδραση. Τότε συνειδητοποίησα ότι δεν είχε πηδήξει από το παράθυρο στα πλαίσια μιας απόγνωσης της εφηβείας, είχε σπρωχθεί από ένα μη ανεκτικό κομμάτι.

Όταν της το έθεσα, η κατάστασή της άλλαξε ξαφνικά. Άρχισε να παριστάνει την θρησκευόμενη και παρουσίαζε εμένα σαν φανατικό και μη ανεκτικό απέναντι στην θρησκεία. Άρχισε επίσης να μιλάει για πρώτη φορά σε ομάδες και να λέει ότι οι ασθενείς θα έπρεπε να παίρνουν διακοπές. Παρά ταύτα, τουλάχιστον τώρα ήταν φανερό το δολοφονικό κομμάτι σε μας και στην μητέρα της και μπορούσε να αξιολογηθεί. Αυτό εξηγούσε ακόμη γιατί ένα άλλο κομμάτι της, το μη ψυχωσικό, ήταν τρομοκρατημένο όταν ήρθε να με βρει ζητώντας να επανεισαχθεί, καθώς αισθανόταν στο έλεος της δολοφονικής επίθεσης.

Ιδεογράμματα, ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες

Ο σκοπός του ψυχωσικού κομματιού του νου είναι να ανακουφισθεί από τον συναισθηματικό πόνο μέσω της προβολής. Όταν προκύπτει ένα επώδυνο συναίσθημα, αυτό θα το εκκενώσει για να παραχθεί μια ψευδαίσθηση. Όταν μια αίσθηση προβληθεί πάνω σε ένα αντικείμενο, γίνεται μια παραληρητική ιδέα. Η συμπεριφορά του αντικειμένου θα καθοριστεί από την φύση της ψευθαίσθησης, π.χ. μια τηλεόραση βιώνεται ότι κατασκοπεύει ή ότι μιλάει ανάλογα με το αν η ψευδαίσθηση που προβλήθηκε ήταν οπτικής ή ακουστικής φύσης (Bion 1958).

Σύμφωνα με τον Bion, το ψυχωσικό κομμάτι επιτέθηκε και κομμάτιασε όλα τα κομμάτια του νου που έχουν να κάνουν με την καταγραφή και την διαφοροποίηση της εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας. Το ψυχωσικό κομμάτι αποθηκεύει περασμένα γεγονότα, που ο Bion ονόμασε ιδεογράμματα, για μεταγενέστερη χρήση, με σκοπό είτε την συναισθηματική εκκένωση είτε την επικοινωνία. Φαντάζομαι αυτά τα περασμένα γεγονότα αποθηκευμένα στον νου σαν κούπες κρεμασμένες έτοιμες προς χρησιμοποίηση. Η πρόκληση της αποκωδικοποίησης των ιδεογραμμάτων φέρνει ενδιαφέρον στην γενική ψυχιατρική, που κατά τα άλλα κινδυνεύει να παραμείνει μόνο μια πολύ απαιτητική και ψυχοφθόρα δουλειά που οδηγεί σε πρόωρη συνταξιοδότηση.

Η παρακάτω περίπτωση παρουσιάζει την αποκωδικοποίηση ενός ιδεογράμματος. Ένας νέος άνδρας, ασιατικής καταγωγής, μπήκε στο νοσοκομείο λέγοντας ότι είναι ο πρίγκιπας Εδουάρδος, γιος του Ερρίκου του όγδοου! Δεν είχε συνειρμούς σχετικά με αυτήν του την πεποίθηση. Την επόμενη μέρα συμπεριφερόταν με έναν μεγαλομανιακό τρόπο, απαιτώντας πούρα από το προσωπικό. Απογοητευμένος από την έλλειψη συνειρμών, του είπα ότι δεν μπορούσε να έχει ένα πούρο, αφού αυτά δεν ήρθαν στην χώρα, πριν τα φέρει ο Walter Raleigh, όταν ήταν βασίλισσα η αδελφή του Ελισάβετ. Δεν είχε καθόλου χιούμορ.

Αργότερα, σε μια συνάντηση της κλινικής, μάθαμε από έναν κοινωνικό λειτουργό πως υπήρχε το θέμα ενός προκαθορισμένου γάμου με μια νέα γυναίκα που είχε έρθει από το εξωτερικό. Την είχε δείρει και εκείνη βρισκόταν τώρα σε ένα άσυλο γυναικών. Δεν ήθελε να τον αφήσει από φόβο μήπως την απελάσουν. Τώρα μπορούσαμε να καταλάβουμε το ιδεόγραμμα. Ήταν μια απόπειρα του ψυχωσικού κομματιού να αποποιηθεί την επίγνωση, μέσω της χρήσης του ιδεογράμματος, στην οποία είχε καταλήξει η δουλειά του μη ψυχωσικού κομματιού.

Ο Ερρίκος ο όγδοος έφτιαξε την δική του θρησκεία και έτσι δεν είχε προβλήματα στο πως μεταχειριζόταν τις συζύγους του. Η επίγνωσή μας σχετικά με το νόημα μας έδινε τουλάχιστον την δυνατότητα να σχετισθούμε με τον ασθενή όσον αφορά την συμπεριφορά του.

Η αντιμεταβίβαση

Εάν τα όνειρα είναι η βασιλική οδός προς το ασυνείδητο στην νεύρωση, τότε η αντιμεταβίβαση είναι η βασιλική οδός προς την κατανόηση στην ψύχωση (Rosenfeld 1992). Όταν ψυχωσικοί ασθενείς αποποιούνται ενοχλητικά συναισθήματα μέσα από τους άλλους, αυτή είναι μια ασυνείδητη διεργασία, που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή από τον ασθενή ή από αυτόν που το υφίσταται. Παρά ταύτα, η αντιμεταβιβαστική εμπειρία μπορεί να είναι κρίσιμης σημασίας στην προσπάθεια κατανόησης της συνολικής κατάστασης (Garelick & Lucas 1996).

Σε ένα εργαστήριο για την ψύχωση, ένας νέος γιατρός παρουσίασε το πρόβλημα ενός ασθενούς που είχε αναπτύξει μια παραληρητική πεποίθηση ότι θα θεραπευόταν εάν ο γιατρός φτερνιζόταν. Σαν αποτέλεσμα, ο γιατρός έγινε πολύ προσεκτικός να μην φτερνιστεί σε κάποια συνεδρία, φοβούμενος ότι αυτό θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Ο ασθενής φαινόταν να επικεντρώνει όλες του τις ελπίδες για μια γρήγορη θεραπεία στο φτέρνισμα του γιατρού!

Ο γιατρός φοβόταν ότι αν φτερνιζόταν, με το να του δώσει μια μαγική θεραπεία, μπορεί να έχανε τον ασθενή σαν άτομο που δυνητικά μπορούσε να ανταποκριθεί. Ο φόβος ήταν ότι ο ασθενής θα έμενε για πάντα σε μια μανιακή κατάσταση σκέψης και ότι εκείνος θα ήταν υπεύθυνος που το προκάλεσε.

Η κατανόηση του αντιμεταβιβαστικού φόβου του φτερνίσματος απελευθέρωσε τον γιατρό ώστε να σκεφθεί και να αντιμετωπίσει την σύγκρουση του ασθενή, δηλαδή το να είναι σε μια απομονωμένη, παντοδύναμη ταύτιση ή να είναι με άλλους που θα λειτουργούν σαν υποστηρικτικά ανθρώπινα όντα.

Ο εξωτερικός σκελετός

Οι ασθενείς με χρόνιες ψυχώσεις χρειάζονται πάνω από όλα την παροχή ενός εξωτερικού σκελετού, ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος που να μπορεί να σκέφτεται και να φροντίζει για αυτούς. Αυτό το ζήτημα συχνά δεν αξιολογείται όταν γίνεται σχεδιασμός των αναγκών των ασθενών κατά το κλείσιμο των ασύλων. Σίγουρα, η ποιότητα της φροντίδας και της ικανότητας που αναπτύχθηκε στην Chestnut Lodge φαίνεται να έχουν ξεχαστεί, όταν τα πάντα ανάγονται σε απλά δεδομένα έκβασης (Silver 1997).

Τέλος, χρειάζεται να γίνει αναφορά στην συχνά υπερφορτωμένη ψυχιατρική κλινική των οξέων και στην λειτουργία της σαν περιέκτη και δίχτυ ασφαλείας όταν ένας ασθενής υποτροπιάζει. Αφού οι ψυχωσικοί ασθενείς έχουν την τάση να κομματιάζουν και να προβάλλουν, είναι σημαντικό να συναντιούνται όλοι οι εμπλεκόμενοι επαγγελματίες και οι συγγενείς για να δουν ποιος θα μπορούσε να έχει το βασικό κομμάτι του puzzle,για να αξιολογηθεί η γενική εικόνα. Για παράδειγμα, ήταν ο κοινωνικός λειτουργός που έφερε την βασική πληροφορία για να γίνει κατανοητή η παραληρητική ιδέα του ασθενή ότι ήταν ο γιος του Ερρίκου του όγδοου.

Παρότι η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να αποδειχθεί σημαντική στην καταστολή και τον έλεγχο μιας διεγερτικής ψυχωσικής κατάστασης, το αναλυτικό πλαίσιο παρέχει τον περιέκτη για την κατανόηση της κατάστασης με έναν τρόπο που θα ανταποκρίνεται στις εκάστοτε ανάγκες (Alanen 1997).

Η πρόκληση για το μέλλον

Στο Η.Β. οι νέοι γιατροί ξεκινούν την ψυχιατρική χωρίς καμία γνώση της ψυχανάλυσης. Για την σχιζοφρένεια διδάσκονται μόνο να ψάχνουν για κρίσιμα συμπτώματα όταν διενεργούν μια ψυχιατρική εξέταση. Εάν τους παρασχεθούν κλινικά σεμινάρια, τότε αρχίζουν να συμβαίνουν πράγματα!

Ένας νέος γιατρός περιέγραψε πως μία ασθενής, στην πρώτη ψυχωσική της κατάρρευση, σχημάτισε με τα χέρια της το περίγραμμα του νέου γιατρού καθώς εκείνος έβγαινε από το δωμάτιο. Μετά συγκράτησε το περίγραμμα με τα χέρια της και έβαλε τα χέρια της πάνω στο κεφάλι της. Για τους επόμενους τρεις μήνες κυκλοφορούσε με τα χέρια πάνω στο κεφάλι της.

Προφανώς είχε δημιουργήσει κάποια εξιδανικευμένη φανταστική εικόνα του νέου γιατρού και την τοποθέτησε μέσα στο κεφάλι της. Παρότι λέξεις όπως προβλητική ταύτιση, σε αυτήν την φάση, δεν έχουν νόημα για τους νέους γιατρούς, τέτοιες περιπτώσεις κινούν το ενδιαφέρον για την αναλυτική προσέγγιση. Οι γιατροί μπορεί να αρχίσουν να συνειδητοποιούν ότι η αναλυτική σκέψη δεν είναι κάτι παρωχημένο όταν προσπαθούν να καταλάβουν την λειτουργία του νου στην σχιζοφρένεια. Η πρόκληση είναι να διεγείρουμε τον νου των νέων γιατρών.

Παρά την επιφυλακτικότητα του Willick, η αναλυτική συμβολή στην σχιζοφρένεια είναι κάθε άλλο παρά περιττή. Η ανάγκη για την ψυχανάλυση τώρα είναι να συγκεντρώσει αυτούς που συμφωνούν και ενδιαφέρονται από το Η.Β. την Σκανδιναβία, τις Η.Π.Α., την Νότια Αμερική υπό την αιγίδα της IPA.

Η αναλυτική σκέψη μπορεί ακόμη να έχει την μέγιστη επίδραση σε αυτό που μπορεί να φαίνεται το πιο απρόσφορο έδαφος: τον κόσμο των εγκατεστημένων ψυχώσεων.

Ένα Σχόλιο

Robert Michels USA

Η ιστορία της σχέσης ψυχανάλυσης και σχιζοφρένειας είναι πολύπλοκη. Οι υποτιθέμενες αιτιολογικές ψυχαναλυτικές θεωρίες όχι μόνο ήταν μικρής επιστημονικής αξίας αλλά η εφαρμογή τους στην ψυχοθεραπεία των σχιζοφρενικών ασθενών ή στην συζήτηση με τις οικογένειές τους συχνά ήταν αποκαρδιωτική και αναποτελεσματική. Στην αρένα των εμπειρικών δεδομένων και της επιστήμης έχουν υπερκεραστεί από βιολογικά και ψυχοκοινωνικά μοντέλα. Οι περισσότεροι Βορειοαμερικανοί ψυχαναλυτές, σαν τον Willick, βλέπουν, πως το κύριο ζήτημα της ιστορίας της ψυχανάλυσης και της σχιζοφρένειας είναι το πόσο μπορεί η ψυχανάλυση να ξεστρατίσει, ελπίζοντας να προλάβουν παρόμοιες κακοτυχίες στο μέλλον.

Ο Lucas, ένα μέλος της βρετανικής ομάδας των αντικειμενότροπων σχέσεων - οπαδοί της Klein και του Bion - είχε πιο ενθαρρυντικές εμπειρίες χρησιμοποιώντας ψυχαναλυτικές ιδέες στην κλινική δουλειά με σχιζοφρενικούς ασθενείς. Σύμφωνα με τα λόγια του «μόνο η εφαρμοσμένη ψυχαναλυτική γνώση και τεχνική παρέχουν τα εργαλεία για την κατανόηση και την ουσιαστική εξήγηση σε αυτούς τους ασθενείς σχετικά με την λειτουργία του νου τους και τις συναισθηματικές τους εμπειρίες». Αυτή είναι μια βαριά δήλωση. Τα μόνα δεδομένα που παρέχει για να την στηρίξει, είναι αναφορές στο πως χρησιμοποίησε την θεωρία για να καταλάβει τα επεισόδια στις ζωές των ασθενών του. Ο αναγνώστης έχει δυο άμεσες ερωτήσεις: το «μόνο» σημαίνει ότι δοκιμάστηκαν και άλλα συστήματα γνώσης και βρέθηκαν ανεπαρκή ή ότι μάλλον η ψυχανάλυση είναι το προτιμώμενο σύστημα του Lucas και το μόνο που  δοκίμασε; Εάν, όπως υποψιάζομαι, ισχύει η δεύτερη απάντηση, τότε το εμφατικό «μόνο» είναι αποπροσανατολιστικό. Η ψυχανάλυση μπορεί απλώς να παρέχει μια από τις πολλές γλώσσες και πλαίσια για την κατανόηση και την συζήτηση γύρω από την ανθρώπινη εμπειρία, συζητήσεις που μπορεί να έχουν αξία τόσο για τους ασθενείς όσο και για τούς θεραπευτές που συμμετέχουν σε αυτές, χωρίς αξίωση είτε για κάποια ειδική κατανόηση είτε για κάποια «αλήθεια».

Αυτό οδηγεί στην δεύτερη ερώτηση: οι παρεμβάσεις που βασίζονται στην ψυχαναλυτική σκέψη έχουν μια θετική επίδραση, αν έχουν και καμία ή απλώς όπως λέει ο Lucas, βοηθούν τους θεραπευτές στο «να σκέφτονται πάνω σε προβλήματα και να μοιράζονται σκέψεις με το προσωπικό, τους ασθενείς και τους συγγενείς στην καθημερινή ψυχιατρική πρακτική» - δηλαδή στο να υποστηρίζουν και να καθησυχάζουν αυτούς που φροντίζουν παρά να επηρεάζουν άμεσα τους ασθενείς; Αυτή η επίδραση θα μπορούσε, φυσικά, να είναι πολύ σημαντική και πολύτιμη, αλλά θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι η ψυχανάλυση δεν έχει ειδικότερη σχέση με την σχιζοφρένεια από ότι με την πολλαπλή σκλήρυνση, τον καρκίνο ή τους άστεγους. Η ψυχανάλυση μας βοηθάει να καταλαβαίνουμε πως οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το stress και την πρόκληση, ανεξάρτητα από το αν διαφωτίζεται ή όχι η φύση του συγκεκριμένου stress, και με αυτόν τον τρόπο βοηθάει αυτούς που φροντίζουν να νοιώθουν πιο ανθρώπινα με τους ασθενείς και τους πελάτες τους.

Ο Lucas συνεχίζει αναφέροντας επτά κλινικά παραδείγματα. Θα τα κατέτασσα σε τρεις ομάδες- το πρώτο και το πέμπτο («ο μεγαλύτερος αδελφός του Θεού» και «ο πρίγκιπας Εδουάρδος») σχετίζονται με μια συμβολική επικοινωνία που την μεταφράζει σε μια δήλωση σχετική με τις σημαντικές σχέσεις του ασθενούς, μια δήλωση για την οποία ο ασθενής προφανώς αισθανόταν άβολα ή αμφιθυμικά; το δεύτερο, έκτο και έβδομο παράδειγμα («ο γιατρός σαν απατεώνας», «μην φτερνίζεσαι», «φαντασία μεταφοράς του γιατρού στο κεφάλι της») σχετίζονται με σύγκρουση στην σχέση του ασθενούς με τον γιατρό, μαζί με την επιθυμία για έλεγχο, για αυτοέλεγχο ή άρνηση αυτής της σχέσης, μια σύγκρουση που εκφράζεται με παραληρητικές ιδέες ή παράξενες πράξεις; το τρίτο και τέταρτο παράδειγμα («ρίξιμο λευκαντικού» και «πήδημα από το παράθυρο») αντανακλούν παρορμητική επιθετικότητα και την άρνησή της που εκδραματίζεται με παράξενη, καταστροφική συμπεριφορά. Οι ερμηνείες του Lucas βασίζονται σε άμεσες μεταφράσεις των εμφανών δηλώσεων και της συμπεριφοράς, με ελάχιστα άλλα κλινικά δεδομένα. Δεν υπάρχουν συνειρμοί, συζήτηση των αντιδράσεων σε ερμηνείες, ανάλυση της μεταβίβασης, αντιμεταβίβασης, αντίστασης ή άμυνας. Εν ολίγοις, χρησιμοποιούνται ψυχαναλυτικές αναφορές σχετικά με τον συμβολισμό αλλά όχι η ψυχαναλυτική διαδικασία διερεύνησης. Αυτό είναι παρόμοιο με την ψυχαναλυτική εφαρμογή της ερμηνείας ενός έργου τέχνης. Οι μεταφράσεις του Lucas είναι κατανοητές (παρά το ότι και άλλες εναλλακτικές θα ήταν επίσης κατανοητές). Φαίνεται ότι κάνουν τον Lucas να νοιώθει πιο άνετα και να αφοσιώνεται στην δύσκολη δουλειά του. Όμως, τουλάχιστον εδώ, δεν παρέχει επαρκείς αποδείξεις ότι έχουν κάποια θεραπευτική ωφέλεια για τούς ασθενείς. (Στην πραγματικότητα, μόνο σε ένα παράδειγμα περιγράφει την αντίδραση του ασθενούς στην ερμηνεία. Υποδεικνύει στην νέα γυναίκα που πήδηξε από το παράθυρο ότι δεν είχε πηδήξει αλλά «είχε σπρωχθεί από ένα μη ανεκτικό κομμάτι». Για μένα αυτό είναι πολύ θεωρητικό, συγχυσιογόνο και δυνητικά αποπροσανατολιστικό- όχι κάτι που θα έλεγα σε έναν σχιζοφρενικό ασθενή που μπορεί να έχει δυσκολία στο να μεταφράσει μια μεταφορά ή να σκεφθεί αφαιρετικά. Εκείνη αντέδρασε με το να μιλάει περισσότερο ελεύθερα στην ομάδα της κλινικής ενώ στον Lucas είπε ότι είναι φανατικός και μη ανεκτικός απέναντι στην θρησκεία της.)

Παρόλα αυτά, γενικά συμφωνώ με τα κύρια συμπεράσματα του Lucas, αν και θα τα έθετα σε ένα κάπως διαφορετικό πλαίσιο. Έχω κάποιες μικρές διαφωνίες και κάποια σχόλια να κάνω πάνω σε βασικά ζητήματα που εκείνος δεν θέτει.

Κατ’ αρχήν, τα κύρια συμπεράσματα: πιστεύω ότι η ψυχαναλυτική σκέψη παρέχει έναν τρόπο κατανόησης του πως οι ασθενείς αντιμετωπίζουν την σχιζοφρένεια. Λέω έναν τρόπο παρά τον τρόπο επειδή έχω πολύ λιγότερη εμπειρία με άλλους τρόπους. Η εντύπωσή μου είναι ότι αυτή η έλλειψη εμπειρίας υπάρχει για τους περισσότερους άλλους ψυχαναλυτές και ότι οι περισσότερες ψυχαναλυτικές αξιώσεις για ειδικότητα σε αυτήν την περιοχή βασίζονται περισσότερο σε επαγγελματικό ναρκισσισμό παρά σε κλινικές αποδείξεις. Σύμφωνα με την γνωστή ρήση του Sullivan, οι σχιζοφρενικοί είναι περισσότερο ανθρώπινοι από οτιδήποτε άλλο και η ψυχανάλυση είναι ένα από τα καλύτερα συστήματα (αν και όχι το μόνο) που μας βοηθάει να καταλάβουμε τους ανθρώπους. Καθώς οι άνθρωποι αναπτύσσονται και προσαρμόζονται σε καταστροφικές αρρώστιες, χρησιμοποιούν τις στρατηγικές που περιέγραψε η ψυχανάλυση. Η κατανόηση των πολλών τρόπων που συμβαίνει αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο σε αυτούς που φροντίζουν, στην οικογένεια και περιστασιακά στους ίδιους τους ασθενείς, αλλά αυτό δεν επηρεάζει τις πρωτοπαθείς αρρώστιες τους. Πιστεύω ότι καμιά φορά τις επηρεάζει, αλλά εάν αυτό είναι έτσι, είναι ένα άλλο ζήτημα. Μπορεί να απαντηθεί με κλινικές αποδείξεις, αλλά απαιτεί απόδειξη της επίδρασης των παρεμβάσεων πάνω στον ασθενή, όχι της ικανότητας της θεωρίας να διευκολύνει την κατασκευή μιας συνεπούς διήγησης. Η ψυχαναλυτική κατανόηση μπορεί επίσης να κάνει το θέμα περισσότερο ελκυστικό στους φοιτητές, και αυτό είναι σημαντικό, αλλά αυτό δεν είναι απόδειξη ότι η θεραπεία είναι αποτελεσματική.

Υποψιάζομαι ότι η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την σχιζοφρένεια ή με τα επονομαζόμενα «πρωτοπαθή» ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά. Η ψυχαναλυτική θεραπεία είναι κυρίως βοηθητική για άτομα των οποίων τα πυρηνικά προβλήματα σχετίζονται κυρίως με νοητικές συγκρούσεις και εμπειρίες που μπορούν να κατανοηθούν ψυχαναλυτικά, και που έχουν την ικανότητα να συμμετέχουν στην διαδικασία της διερεύνησης και της θεραπείας. Δυστυχώς, τίποτε από αυτά δεν ισχύει στους περισσότερους σχιζοφρενικούς ασθενείς. Τα βασικά τους προβλήματα δεν είναι αποτέλεσμα νοητικής σύγκρουσης. Επιπλέον, αν και τα γνωστικά και συναισθηματικά τους ελλείμματα και τα προβλήματα σχέσεών τους μπορεί να μην αποκλείουν την ανάπτυξη μεταβιβαστικών σχημάτων, παρά ταύτα παρεμβάλλονται στην συμμετοχή τους στην θεραπευτική διαδικασία. Αν και η ψυχανάλυση μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε πως οι ασθενείς προσαρμόζονται στην διαταραχή, δεν μας λέει πολλά για αυτή καθαυτή την διαταραχή, και γενικά είναι λιγότερο χρήσιμη σε ασθενείς με σχιζοφρένεια από ότι στους περισσότερους άλλους. Εν ολίγοις, η σχιζοφρένεια είναι μια σχετική αντένδειξη στην ψυχαναλυτική θεραπεία.

Έχω μια μικρή αλλά έντονη διαφωνία με τον Lucas. Πιστεύω ότι παρεξηγεί την μοντέρνα ψυχοφαρμακολογία της σχιζοφρένειας. Μιλάει για ασθενείς «που παίρνουν αντιψυχωσική αγωγή με σκοπό να τους βοηθήσουμε να ηρεμήσουν» και «αγωγή ….απαραίτητη για να ηρεμήσει και να ελεγχθεί μια διεγερτική ψυχωτική κατάσταση». Οι σύγχρονοι ψυχοφαρμακολόγοι διαφοροποιούν την αντιψυχωσική από την ηρεμιστική δράση και τις θεωρούν ξεχωριστές, και θεωρούν την καταστολή σαν παρενέργεια της αντιψυχωσικής αγωγής. Η αντιψυχωσική αγωγή είναι ζωτική στην σύγχρονη θεραπεία της σχιζοφρένειας, όχι σαν καταστολή (που μπορεί επίσης να είναι κάποιες φορές χρήσιμη) αλλά εξαιτίας της δράσης της στην υποκείμενη νευροψυχολογική διεργασία. Συμφωνώ με τον Lucas ότι είναι σημαντικό να καταλαβαίνουν οι γενικοί ψυχίατροι τον τρόπο σκέψης της ψυχανάλυσης και το τι προσφέρουν τα ψυχαναλυτικά εργαλεία, αλλά επίσης συμφωνώ με τον Willick ότι ισχύει και το αντίθετο: ότι οι ψυχαναλυτές που θεραπεύουν σχιζοφρενικούς ασθενείς θα έπρεπε να είναι εξοικειωμένοι με την σύγχρονη βιολογική ψυχιατρική.

Τέλος, υπάρχει ένα βασικό ζήτημα που ο Lucas δεν αναφέρει. Στον σύγχρονο κόσμο οι συζητήσεις για την αξία των διάφορων θεραπευτικών προσεγγίσεων στην θεραπεία διάφορων διαταραχών βασίζονται σε μια εξόχως αναπτυγμένη μεθοδολογία που περιλαμβάνει σαφή κριτήρια της διαταραχής, της θεραπείας, της έκβασης και των ελέγχων. Η βιβλιογραφία για την ψυχανάλυση και την ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία μόλις έχει αρχίσει να πληρεί τους όρους στην συζήτηση της θεραπείας των νευρωσικών διαταραχών και των διαταραχών προσωπικότητας, αλλά έχει αρχίσει. Ψυχαναλυτές που πιστεύουν ότι η θεραπεία τους είναι σχετική με την σχιζοφρένεια και που θέλουν να πείσουν και άλλους για τις απόψεις τους θα πρέπει να πληρούν τα ίδια κριτήρια. Παραδείγματα του πως ψυχαναλυτικές έννοιες μπορούν να βελτιώσουν την κατανόησή μας των εμπειριών με σχιζοφρενικούς ασθενείς δεν είναι μόνο ότι δεν θα πείθουν αλλά θα φαίνονται και άσχετα με τον διάλογο που αφορά την θεραπεία της σχιζοφρένειας.


Απάντηση στο Σχόλιο

Richard Lucas

Ευχαριστώ τον Robert Michels για τα θέματα που έθεσε, ιδιαίτερα καθώς μπορεί να υπάρχει μια διαφορά στην φύση της αναλυτικής εμπλοκής με την ψύχωση μεταξύ των Η.Π.Α. και του Η.Β.

Ο Michels αναφέρει ότι, εγώ, ένας οπαδός της Klein και του Bion, είχα πιο ικανοποιητικές εμπειρίες χρησιμοποιώντας τις ψυχαναλυτικές ιδέες στην κλινική δουλειά με σχιζοφρενικούς ασθενείς, συγκριτικά με τους Βορειοαμερικανούς ψυχαναλυτές. Υποψιάζεται ότι είμαι εξοικειωμένος μόνο με την ψυχανάλυση, ότι αυτή είναι το σύστημα προτίμησής μου και το μόνο που έχω δοκιμάσει. Αυτή η άποψη μπορεί να προέρχεται από την ιστορία του Chestnut Lodge, όπου για χρόνια χρησιμοποιούνταν μόνο εντατική ατομική αναλυτική θεραπεία, χωρίς χρήση φαρμάκων ή άλλων ψυχολογικών παρεμβάσεων. Ένας τέτοιος αναλυτής μπορεί πράγματι να μην ήξερε από βιολογική ψυχιατρική.

Η κατάσταση στο Η.Β. είναι πολύ διαφορετική από τις Η.Π.Α. Καταρχήν, ο αριθμός των ψυχαναλυτών στο Η.Β., σαν παρουσία για να επηρεάσει την ψυχιατρική πρακτική, είναι πολύ μικρότερος από ότι στις Η.Π.Α. Δεύτερον, ο αριθμός αυτών που έχουν μια ψυχαναλυτική εξειδίκευση και εργάζονται σε μια θέση γενικής ψυχιατρικής ενηλίκων στο Ε.Σ.Υ. είναι πραγματικά πολύ μικρός.

Όσον αφορά την περίπτωσή μου, αφού εκπαιδεύτηκα επτά χρόνια στο νοσοκομείο Maudsley, αποκτώντας εμπειρία σε όλες τις προσεγγίσεις, εργάσθηκα τα τελευταία 25 χρόνια σαν ειδικός σε μια πολυάσχολη ψυχιατρική θέση. Έχει αρμοδιότητες για εσωτερικούς ασθενείς, εξωτερικούς ασθενείς, ένα νοσοκομείο ημέρας, τμήμα επειγόντων και τακτικές ανασκοπήσεις με άλλα μέλη της ομάδας.

Λειτουργούμε σε ένα κέντρο ψυχικής υγείας και εργαζόμαστε σαν μια ομάδα πολλών αρμοδιοτήτων. Η αντιψυχωσική αγωγή είναι βασική στην αντιμετώπιση των ψυχώσεων. Χρησιμοποιούμε όπου χρειάζεται τυπικά και άτυπα φάρμακα, αγωγή depot και Clozaril. Χρησιμοποιούνται όλα τα συστήματα που ενισχύουν την επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένων ατομικών συνεδριών με ένα πρόσωπο αναφοράς, ομαδική θεραπεία, art therapy, μουσικοθεραπεία, απασχολησιοθεραπεία, οικογενειακή θεραπεία, γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία, κοινωνική εργασία, εξωτερικές αδελφές και λειτουργούς και κέντρα ημέρας.

Γιαυτό δεν μιλάω για την χρήση μιας προτιμώμενης θεραπείας σε σχέση με άλλες προσφερόμενες θεραπείες, αλλά για το πώς σαν γενικός ψυχίατρος βρίσκω την εφαρμοσμένη ανάλυση ιδιαίτερα χρήσιμη στην καθημερινή μου δουλειά.

Οι γνώσεις μας για την αιτιολογία της σχιζοφρένειας είναι ακόμη πολύ περιορισμένες. Βασιζόμαστε καθαρά στην περιγραφή για να κάνουμε την διάγνωση. Γνωρίζουμε κάποιες οργανικές διαταραχές που μπορεί να προκαλέσουν μια παρόμοια κλινική εικόνα με την σχιζοφρένεια, όπως η ψύχωση από αμφεταμίνες, η κροταφική επιληψία, η πορφυρία και η χορεία του Huntington. Όμως δεν ξέρουμε ακόμη πόσες διαφορετικές αιτίες, γενετικά καθοριζόμενες ή μη, θα προκύψουν για να εξηγηθεί το σύνδρομο που ονομάζουμε σχιζοφρένεια. Στην περίπτωση αυτή, ο μέσος γενικός ψυχίατρος, που έχει ευθύνη για τους ασθενείς του σε μια μακρόχρονη βάση, σαν μια διευρυμένη οικογένεια, αμφιβάλλει με όλες τις υπερβολικές θεραπευτικές αξιώσεις, οργανικές ή ψυχολογικές. Η ελεγχόμενη έρευνα που διενεργείται σε συνθήκες εργαστηρίου μπορεί να μην εντυπωσιάζει τον ψυχίατρο που πρέπει να αντιμετωπίσει τους ασθενείς του μέσα στον πραγματικό κόσμο.

Στο άρθρο μου μιλάω για την συμβολή της ανάλυσης στην κατανόηση και αντιμετώπιση απαιτητικών καταστάσεων της καθημερινής κλινικής πρακτικής, όταν το κύριο ζήτημα δεν είναι η συμμόρφωση με την αγωγή.

Τα παραδείγματα που μου ζητήθηκαν να παρέχω, αναγκαστικά παρουσιάστηκαν σε μια συμπυκνωμένη μορφή σε σχέση με το μέγεθος και τον σκοπό του άρθρου. Είχαν σκοπό να δείξουν απόψεις ενός αναλυτικού πλαισίου που έχω αναπτύξει και που βρήκα χρήσιμο στην διάρκεια πολλών χρόνων σε σχέση με την απαιτητική εργασία της καθημερινής γενικής ψυχιατρικής. Επαφίεται σε αυτούς που εργάζονται σε αυτόν τον τομέα εάν θα βρουν χρήσιμες στην δουλειά τους τις έννοιες, που συνδέονται με τα κλινικά παραδείγματα.

Διαφωνώ έντονα με την άποψη του Michels ότι η ψυχανάλυση «δεν έχει ειδικότερη σχέση με την σχιζοφρένεια από ότι με την πολλαπλή σκλήρυνση, τον καρκίνο ή τους άστεγους». Οι άλλες καταστάσεις δεν απαιτούν συνεχή αξιολόγηση της επικινδυνότητας. Ούτε απαιτείται να αξιολογηθεί εάν αυτά που επικοινωνούνται είναι ευθείες επικοινωνίες από ένα μη ψυχωσικό κομμάτι της προσωπικότητας ή άρνηση και εκλογίκευση από το ψυχωσικό κομμάτι, που μπορεί να κρύβει επικίνδυνες προθέσεις.

Τα σύντομα παραδείγματα του άνδρα που έριξε λευκαντικό στο πρόσωπο μιας νέας γυναίκας και της γυναίκας που πήδηξε από το παράθυρο αναφέρονται σε αυτήν την περιοχή. Ο χώρος με εμπόδισε να περιγράψω τα γεγονότα με περισσότερες λεπτομέρειες. Σε σχέση με την ερμηνεία προς την ασθενή που πήδηξε από το παράθυρο, αυτή προκάλεσε μια δραματική απάντηση και μια αλλαγή στην έμφαση, μετά από μήνες στασιμότητας. Έκανε φανερή την δολοφονική της τάση. Πιστεύω ότι το φοβισμένο μη ψυχωσικό κομμάτι αισθάνθηκε να υποστηρίζεται και ήταν ευγνώμον για την παρέμβασή μου, όπως σίγουρα ήταν η μητέρα της που ενδιαφερόταν και την φρόντιζε.

Ο Michels αναφέρει ότι η ψυχανάλυση παρέχει ένα πλαίσιο για συζητήσεις σχετικά με τις ανθρώπινες εμπειρίες, αλλά μόνο ένα μεταξύ πολλών άλλων. Φαίνεται να υποβαθμίζει την διαφορά μεταξύ ψυχανάλυσης και άλλων ψυχολογικών τομέων γνώσης, σχετικά με την αναγνώριση ενός ασυνείδητου εσωτερικού κόσμου και την επίδρασή του πάνω στην ζωή του υποκειμένου. Σε σχέση με την σχιζοφρένεια, από μια αναλυτική άποψη, είναι απαραίτητο κάποιος να προχωρήσει την σκέψη του. Χρειάζεται να συντονισθεί με το ψυχωσικό μήκος κύματος και να εξοικειωθεί, μιλώντας αναλυτικά, με τον διαφορετικό τρόπο λειτουργίας του ψυχωσικού κομματιού.

Πολλοί άνθρωποι μπορεί να είναι διαισθητικά πολύ ευαίσθητοι στην δουλειά τους, χωρίς να διαθέτουν κάποιο υποκείμενο πλαίσιο αναφοράς. Η γενική ψυχιατρική διδάσκει σε κάποιον πώς να παίρνει το ιστορικό, να εκτελεί την εξέταση της παρούσας κατάστασης και να αποκαλύπτει τα κρίσιμα συμπτώματα. Δεν διδάσκει στον νέο γιατρό πώς να σχετίζεται ή να καταλαβαίνει τις παράξενες αντιμεταβιβαστικές εμπειρίες ή πώς να ξεκινήσει να αναπτύσσει ένα ενδιαφέρον στο να τις επεξεργάζεται.

Επικεντρώνοντας μόνο στην έρευνα της έκβασης ελεγχόμενων δοκιμών, υπάρχει ο κίνδυνος της απομάκρυνσης από τα κλινικά θέματα και το να πεταχτεί το μωρό μαζί με τα απόνερα. Θα τελειώσω επαναβεβαιώνοντας την άποψή μου ότι στην σχιζοφρένεια, όπου η ψυχανάλυση κατέληξε από πολλούς να θεωρείται σαν μια άσχετη και απαξιωμένη μορφή θεραπείας, έχω βρει ότι η εφαρμοσμένη ψυχανάλυση μπορεί να έχει μία ειδική συμβολή, πολύ σχετική, στην καθημερινή κλινική πρακτική.

Όταν εξέφρασα άτυπα τέτοιες απόψεις για την συμβολή της ανάλυσης σε αυτόν τον τομέα στον τότε πρόεδρο του Βασιλικού Κολεγίου των Ψυχιάτρων, John Cox, μου απάντησε ότι σπρώχνω μια ήδη ανοιχτή πόρτα. Το πρόβλημα παραμένει στο πόσοι αναλυτικά σκεπτόμενοι ψυχίατροι, μιλώντας αριθμητικά, υπάρχουν γύρω μας να σπρώξουν την πόρτα.

 

Βορειοελλαδική Ψυχαναλυτική Εταιρεία (ΒΨΕ)     Βαλαωρίτου & Βηλαρά 7     ΤΚ 54625     Θεσσαλονίκη     τηλ: +30 2310280096     fax: +30 2310280096     email:  nhpsych@gmail.com              Copyright © by ΒΨΕ. All Rights Reserved

North-Hellenic Psychoanalytic Society      Valaoritou & Vilara 7       54625        Thessaloniki        tel: +30 2310280096        fax: +30 2310280096         email:  nhpsych@gmail.com              Copyright © by NHPS. All Rights Reserved

Synanteseis_Sabbatou.html
Βορειοελλαδική  Ψυχαναλυτική  Εταιρεία
North-Hellenic Psychoanalytic Society
ΜΕΛΗMele.htmlMele.htmlshapeimage_4_link_0
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣEkdeloseis.htmlEkdeloseis.htmlshapeimage_5_link_0
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑEpikoinonia.htmlEpikoinonia.htmlshapeimage_6_link_0
BLOGBlog.htmlBlog.htmlshapeimage_7_link_0
ΑΡΧΙΚΗIndex_5.htmlshapeimage_8_link_0